external image texn_8.3.2_332.jpg

Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός. Γεννήθηκε το 384/383 π.Χ. και η πολιτική του δράση τοποθετείται από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. και εξής. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός και την ανατροφή και διαχείριση της περιουσίας του ανέλαβαν τρεις κηδεμόνες, οι οποίοι καταχράστηκαν το μεγαλύτερο μέρος της. Όταν ο Δημοσθένης ενηλικιώθηκε, με τη βοήθεια του ρήτορα Ισαίου, ξεκίνησε δικαστικούς αγώνες εναντίον των καταχραστών. Με τους αγώνες αυτούς δεν στάθηκε δυνατόν να ανακτήσει την περιουσία του, ασκήθηκε όμως στη ρητορική και το δικανικό λόγο και κατάφερε να ξεπεράσει τις φυσικές του δυσκολίες, δηλαδή την αδυναμία της φωνής και τη βραδυγλωσσία του. Η θέλησή του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, όπως μας αναφέρει ο Πλούταρχος, έβαζε στο στόμα του μικρά χαλίκια την ώρα που απήγγειλε λόγους, προκειμένου να βελτιώσει την άρθρωσή του. Οι προσπάθειες αυτές του Δημοσθένη απέδωσαν καρπούς και εξελίχθηκε σε σπουδαίο ρήτορα και πολιτικό. Εναντιώθηκε στην επεκτατική πολιτική του Φιλίππου προς τη νότια Ελλάδα και με τους λόγους του που είναι γνωστοί ως Φιλιππικοί, προσπάθησε να πείσει τους Αθηναίους να αναλάβουν δράση για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας τους. Η πολιτική όμως αυτή απέτυχε και η Αθήνα ηττήθηκε από το Φίλιππο στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. Λίγα χρόνια αργότερα ο Δημοσθένης κάνει απολογισμό της πολιτικής του σταδιοδρομίας στο λόγο του 'Περί του στεφάνου' και δικαιώνεται από την Εκκλησία του Δήμου, στη συνέχεια όμως κατηγορείται ότι καταχράσθηκε χρήματα (υπόθεση Αρπάλου), καταδικάζεται σε πρόστιμο, το οποίο δεν μπορεί να πληρώσει και δραπετεύει από την Αθήνα. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) συμμετέχει από την εξορία σε κίνημα ανταρσίας της Αθήνας και άλλων πόλεων της Πελοποννήσου, ανακαλείται με ειδικό ψήφισμα η καταδίκη του και επιστρέφει στην Αθήνα. Οι Μακεδόνες όμως με τον Αντίπατρο αντιδρούν σε αυτήν την ανταρσία, εισβάλλουν στην Αττική και καταδικάζουν σε θάνατο τους πρωταιτίους, μεταξύ των οποίων είναι και ο Δημοσθένης. Αυτός καταφεύγει στην Καλαυρία (το σημερινό Πόρο), όπου όμως καταδιώκεται και αναγκάζεται να πιει το κώνειο, που είχε κρυμμένο μέσα στον κονδυλοφόρο του.